Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Ο Χαλασμός του Κομμένου, 16 Αυγούστου 1943


Του Πρωτοπρεσβύτερου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΑΣΙΑ


Δεν σας φοβούμεθα σφαγείς του μαρτυρικού Κομμένου. Προστάτιδα είναι η Παναγιά του κάθε πονεμένου! Έτσι διεκήρυττον οι εγκαταλελειμένοι πούχαν τραύματα μες την ψυχή κι όλοι σακατεμένοι. Φρικτή η δεκαετία «1940– 50», πλήρης περιπετειών θλίψεων μεγάλων για τον πολυπαθή λαόν. Μυριάδες εκ των Ελλήνων εγεύθησαν το πικρόν ποτήρι του θανάτου των δύο κατοχών. Οι μεγάλες οι δυνάμεις δίχασαν τον λαόν κατέστρεψαν την Χώρα, τον εθνικόν ιστόν. Οι δήθεν προστάτιδές μας, μας κάναν υποτελείς, διχασμό μας βάλαν σ΄ αδέλφια συγγενείς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε το δεύτερο διχασμό που μέσα σε λίγα χρόνια μας έρριξε στο γκρεμό. Χαμένη δεκαετία με όνειρα δειλά αλλ΄ η Ελλάδα ξανά πετιέται και τραβάει μπροστά «1943 – 2010» Ύστερα από 67 χρόνια του Κομμένου τα παιδιά κρατάνε σφιχτά τα σκήπτρα τα Ελληνοχριστιανικά και στις παραδόσεις όλες με φλόγα στην καρδιά προέχει ο Βλαχοπάνος που τις κρατάει ψηλά. Καθηγητής με περίσια αξία και πόνο στην ψυχή ο φίλος ο Δημήτρης σκύβει με στοργή σ΄αυτούς που νοιώθουν πόνο, κι΄ είναι και ορφανοί γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να διώξεις την οργή. Κι ο Πρόεδρος του Κομμένου ο Χρήστος ο Κοσμάς, κατανοεί τη θλίψη, δημιουργεί για μας.. Κι η Πολιτεία έπρεπε να την κατανοεί Την Ιστορική αξία του χωριού να την διατηρεί. Η τραγωδία των κατοίκων του Κομμένου Στην όχθη τ΄ Αράχθου ποταμού καθίσαμεν να πούμε γιατί τα έρμα τα ορφανά μόνο κατηγορούνε. Ο πόνος μας είναι βουβός, τον κόσμο δεν μπορούμε , στα βάσανα στους στεναγμούς μάθαμε πια να ζούμε. Για πες μου φίλε μου καλέ αξέχαστε αδελφέ μου πως έζησες μες στην κόλαση του Άδη Στέφανέ μου. Κι ο φίλος μου ο καρδιακός ο σεμνός Καθηγητής μας ο αξέχαστος Στέφανος Παππάς, ο παρηγορητής μας, άρχισε να παραλληρεί για τη μεγάλη κτηνωδία έτσι που την κατέθεσε στη δίκη στη Γερμανία . «Όσοι έχετε πέτρινες καρδιές, μάτια να μην δακρύζουν, περάστε απ΄ το Κομμένο μας γιατί εκεί όλες ραγίζουν. Θ΄ ακούστε άνδρες να κλαίγουνε, και να μοιρολογούνε γυναίκες να σκούζουν, να λυσσούν και να στηθοκοπούνε. Παιδιά κράζουν τη Μάνα τους, το δόλιο τον πατέρα ανείπωτος ο πόνος τους, πώς να περάσει η μέρα; Οι Γερμανοί βάλαν φωτιά και κάψανε το βιός τους, βίασαν τις γυναίκες τους που βρέθηκαν εμπρός τους. Κι ύστερα τις εκτέλεσαν με τα μικρά παιδιά τους, για να κορεστούν τ΄ απάνθρωπα, κτηνώδη ένστικτά τους. Έκαψαν ζωντανούς πολλούς με τα υπάρχοντά τους όσους κρύφτηκαν για να σωθούν μέσα στα σπιτικά τους, κι άλλους στους δρόμους , στις αυλές , στην κεντρική πλατεία με μίσος τους εξετέλεσαν με περισσή μανία. Η Νυρεμβέργη πάγωσε αφηγούμενος της Ρίνας την ομολογία της Κοντογιάννη, που απ΄τον Άδη γύρισε σ΄αυτή την κοινωνία, γιατί μές από τ΄ άψυχα κορμιά που κείτονταν στην πλατεία που είχανε εκτελεστεί με μίσος και κακία, βγήκε η ίδια ζωντανή κι έμεινε μ΄ απορία γιατί οι λοιποί περάσανε σ΄ αγγελική χορεία . Τους μήλαγε, τους κοίταζε, που κουνιούνταν και βογκούσαν αλλά ούτε της απάνταγαν μήτε την κοιτούσαν . Τότε κατάλαβε πως ουδείς ζούσε για να μιλήσει , και τη μανούλα της νεκρή έγειρε να φιλήσει. Εκεί έμεινε ο μαύρη μοναχή μέσα στην τραγωδία, κι εκεί την βρήκαν χωριανοί, σε σοκ κι΄ απελπισία. κι η Ρίνα Κοντογιάννη εγλίτωσε, απ΄τη θηριωδία κι ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην δολοφονία και τη βαρβαρότητα των απάνθρωπων ναζί, που ξεπέρασαν σε λύσσα του Κάιν την ψυχή. Έτσι η Ρίνα σώθηκε βαρειά τραυματισμένη, μέσα σε δεκάδες πτώματα στο αίμα βουτυγμένη. Και τα ομολογεί με σπαραγμό η Ρίνα η Κοντογιάννη, μα το μυαλό της δεν μπορεί τον πόνο της να γιάνει. Είδε Γερμανό κανίβαλο να βιάζει κι αμέσως να φονεύει με μια πιστολιά στον κρόταφο, τη Λόλα τη Σκουραβέλη. Την ίδια τύχη είχανε οι κόρες του Βασίλη Κολιοκώτση, Η Θεοδοσία κι Αθηνά με περίσια κτηνώδη δόση. Ακολούθησαν κι αυτές το δρόμο για τον Άδη, κι έτσι ξεκληρίστηκε η οκογένεια του όλη. Αλλ΄ η πρώτη χαριστική βολή μέσα στην εκκλησία, στον παπά-Λάμπρο Σταμάτη δόθηκε με μίσος κι αναλγησία. και στην Ωραία πύλη εμπρός βρήκαν το λείψανό του κρατώντας εις τα χέρια του το Ευαγγέλιό του. Ο παπα-Ζώης ο Παππάς βρέθηκε εκτελεσμένος μ΄ εξορρυγμένους τους οφθαλμούς και κακοποιημένος. Με ξεσκισμένη την κοιλιά και πλάι στο έμβρυό της, η Τσιμπούκη η Γιώτα βρέθηκε μέσα στο σπιτικό της. Αφού αχόρταγα ρούφιξαν των Κομιωτών το αίμα έξω απ΄το σπίτι του Ζορμπά του Προέδρου κάθησαν για γεύμα. Οι αιμοδιψείς πρώτα όλους τους σφάξανε με πλήρη αναλγησία, ανάμεσα στα 7 πτώματα ήπιαν κι έφαγαν, με άκρα αναισθησία. Μαύρα πουλιά ζηγώσανε, σκυλιά κοιτούν, μυρίζουν, και τρών Κομιώτικα κορμιά, εκεί που τριγυρίζουν. Δεν είναι πενήντα κι εκατό, δεν είναι έστω διακόσιοι, είναι 317, Κομιώτες , Αρτινοί, και καμπίσιοι πόσοι; Γυναίκες 119 και άνδρες 59 14 ακόμη γέροντες κι 28 βλαστάρια νέα, Κι ακολουθούν 97, βρέφη, νήπια, παιδιά, Κείτονται όλα κατά γης, ραγίζει η καρδιά. Μεταξύ αυτών δυο νιόγαμπρα που η χαρά τους ήταν τόση που κανείς τους δεν κατάλαβε πως είχε τελειώσει. 35 ψυχές αντάμωσαν και πήγαν στα επουράνια μαζί η Αλεξάνδρα κι ο γαμπρός, κουμπάροι και κουνιάδια. Όλοι μαζί γλεντούσανε στο σπιτικό του Μάλλιου Του πατέρα του πολύτεκνου της νύφης του μεγάλου. Ο άτυχος ο Θόδωρος με την οικογένειά του με ριπή εκτελέστηκε με τα εξής παιδιά του. τα νιόγαμπρα , το Σπύρο τον 25χρονο, με τον 6ετή Αχιλλέα , την Ανδριάννα την 11χρονη και την 21ετή Αμαλία Κι η γυναίκα του η Βασιλική δε γλύτωσε απ΄ τη μανία φωτιά της βάλαν οι Ναζί στο σπίτι με κακία και κάηκε μαζί μ΄αυτή ο Γιώργος ο 22ετής ο γιος τους και η 10χρονη Αύρα η κορούλα τους, κι όλο τους το βιος τους. Την ίδια τύχη είχανε κι οι συγγενείς του 23χρονου Θεοχάρη του Καρίνου του γαμπρού που δεν γεύθηκε τη χάρη. Έτσι με νύφη και γαμπρό οι αγαθοί αγρότες Με τους 8 συμπέθερους τους Παχυκαλαμιώτες ο Γιώργο Καρίνος στα 43 γαζώθηκε μαζί με τη Δημητρούλα κι ο Βαγγέλης Παντελής στα 36 του με τη Βασιλικούλα. Ο Βαγγέλης ο Ευάγγελος στα 42 έφυγε μ΄αβάπτιστο το γιό του, κι ο Αποστόλη Διγώνης στα 20 , αυτό ήταν το γραφτό του. Ο Βασίλη Μέγας μετέστησε στας μονάς τας αιωνίους κι ο Λία Πάντζος ακολούθησε λοιπούς συγγενείς και φίλους. 9 Παχυκαλαμιώτες μαρτύρησαν στη χαρά του συγγενούς τους, μα σαν το κακό μαθεύτηκε, όλοι έχασαν το νου τους. Πήγαν σε γάμο , σε γιορτή και για να προσκυνήσουν, που να ΄ξεραν οι δύσμοιροι πως δεν θα ξαναγυρίσουν; Ρημάξαν οι Ναζί ένα χωριό, όσους βρέθηκαν μπροστά τους έκαψαν , βίασαν, σκότωσαν, νέκρα το πέρασμά τους. Πως ήταν το Κομμένο μας, τι έχει μείνει τώρα; Το δίκιο ειν΄ των καταχτητών σ΄ ολόκληρη τη χώρα. Ούτε Χωριό, ούτε Σχολειό, ούτε Εκκλησιά υπάρχει Κανένας Παπάς από τους δυό, για να τους αγιάσει. Ω Παναγιά μας Δέσποινα – Εσύ μας έχεις μείνει, λυπήσου μας και φρόντισε όσοι έχουμε απομείνει, δώσε μας παρηγοριά, ν΄αντέξουμε την φρίκη και για ν΄ ανταπεξέλθουμε όλη αυτή την κρίση. Και στο Κομμένο τώρα πια, παρηγοριά ποιος να έχει; σκούζουν, θρηνούν όλοι μαζί ,μα πόσο η καρδιά ν΄αντέχει; Οι μάνες ζητάν να γκρεμισθούν, φωτιά για να καούνε. σκοτώσαν τα παιδάκια τους, στο χώμα θέ να μπούνε . Χιλιάδες οι προσκυνητές έρχονται κάθε χρόνο για ν΄απαλύνουν τις καρδιές απ΄τον βαρύ τον πόνο. Νεκρούς, πόνους και βάσανα άφησαν οι ναζί. Ως και τα κτηνώδη ένστικτα με μίσος και οργή.. Όμως μ΄ ακλόνητη πίστη στο Θεό, στην Παναγιά κυρά μας, πέρασαν τα παθήματα που ΄χαμε στην καρδιά μας.. Κι έτσι ορθοστατήσαμε και μ΄ εθνικό παλμό, Χαλιβδώθηκε η καρδιά μας από πόνο και λιγμό. Και μ΄απίστευτη δύναμη ψυχής και με περίσσιο θάρρος κατήγγειλα σ΄όλη τη γή των φασιστών το άγος. Τώρα μ΄ αισιοδοξία βλέπουμε το μέλλον, το παρόν και τα ιδανικά του Έθνους σφυρηλατούν κι αυτόν. Αλληλεγγύη αδελφοί, ενότητα, ειρήνη, έδωσε τόπο στην οργή για την αδελφοσύνη. Την Παναγιά παρακαλώ για να μας προστατεύει κι αίσθημα να ΄χουν οι ναζί που να τους γαληνεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: